Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Διονύσιος Σολωμός



 1. Λευτεριά για λίγο πάψε
    να χτυπάς με το σπαθί
    Τώρα σίμωσε και κλάψε
    εις του Μπάιρον το κορμί·


23. Πούχε λάβει στες αγκάλες
    Από μας, κι είχε θεούς
    Αστραπές, ανεμοζάλες,
    Και βροντές και ποταμούς.

24. Μόνο τ' αδικοσφαγμένα
    Τα παιδιά σου, στριμωχτά,
    Με τα χέρια τσακισμένα
    Σε εσπρώξανε ομπροστά,

25. Και Συ εχύθηκες, πετώντας
     Μια ματιά στον Ουρανό,
     Που τα δίκια σου θρηνώντας
     Απεκρίθηκε: Είμαι δω.

58. Εδώ βλέπει αντρειωμένα
     να φρονούν παρά ποτέ.
     Και όλος έρωτα γιά σένα
     προσηλώνεται εις εσέ.

59. Το πουλί, που βασιλεύει
     πάνου εις τ᾿ άλλα τα πουλιά,
     γληγορώτατα αναδεύει
     τα αιθερόλαμνα φτερά,

60. τρέχει, χάνεται, και πίνει
     τόλμην πίνει ο οφθαλμός
     από τ᾿ άστρον, οπού χύνει
     κύματα άφθαρτα φωτός.

70. Ερινύαν από τα χθόνια
     που η Ελλάδα απαρατά.
     Η θεομίσητη Διχόνοια
     που τον άνθρωπο χαλνά.

86. Επερνούσαν οι αιώνες
     ἢ σε ξένη υποταγή,
     ἢ με ψεύτικες κορώνες,
     ἢ με σίδερα και οργή.

91. Τώρα αθάμπωτη έχει δόξα,
     και με φέρσιμο τερπνόν
     βλέπει αδύνατα τα τόξα
     των αντίζηλων εθνών.

92. Και λαούς αλυσοδένει,
     και εις τα πόδια τους πατεί,
     και το πέλαγο σωπαίνει
     αν του σύρει μία φωνή.

Εις τον θάνατον του Λόρδ Μπάιρον







Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

κάτι όμορφο!!!!





















Να σου δείξω κάτι όμορφο, όσο ακόμα θα στέκεται όρθιο.

Τα άλλα δεν τ' αντέχω, ούτε κι εσύ θ' άντεχες, να βλέπεις ΆΝΘΡΩΠΟ
να βουτά σε κάδο απορριμμάτων για μια μπουκιά επιβίωσης.

Βγήκα μια βόλτα, στη τρεχάλα κι αυτή, έχει τόσο βαρύνει η ατμόσφαιρα.

απόβλητα
σκόνες… 

τόσο που δυσκολεύομαι να πάρω ανάσα… σαν εφιάλτης ο ύπνος…

Εσύ μη μου ανησυχείς, πάντα θα σου χαμογελάω.



* σαν θυμωμένο παιδί, δυσκολεύομαι να γράψω, 
μη με πούνε και λαϊκίστρια


















*ένα κοριτσάκι, σαν λουλούδι, συντηρήτρια έργων τέχνης

πουλούσε τις δημιουργίες της, έναντι ενός και δύο ευρώ,

για να επιβιώσει, θα το φορώ στο δάχτυλό μου 

μέχρι να διαλυθεί…




Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ


Άντρες δασύτριχοι, ορεσίβιοι, σκυθρωποί,

με την οργή του ανεξήγητου στα μάτια,

ανάβουν τις νύχτες φωτιές. Δε μιλάνε. Μήτε

να θυμηθούνε μήτε να ξεχάσουν. Τα μήλα

κυλάνε κάτω στο ποτάμι. Κουκουβάγιες

κάτι δικό τους φωνάζουν. Αλεπούδες και λύκοι

σηκώνουν το νωπό τους ρύγχος κι οσμίζονται

τη μακρινή κηδεμονία, ενώ απ' τη χαράδρα

ανεβαίνει το βέλασμα χαμένου προβάτου*.

Εμείς το νιώσαμε έγκαιρα και στρέψαμε

αλλού το βήμα μας, το βλέμμα και τις λέξεις.


Γιάννης Ρίτσος - Υπερώον





















*γεμάτος από βελάσματα ήταν και είναι ο τόπος...




Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

ΑΝΑΣΚΑΦΗ




Η λέξη Κέα κατακραύγαζε το πέλαγο.

Ο τάφος θολωτός. Η λέξη Κέα.

Αλλειμένος λάδι επικούρειος

νυν λιθάνθακας

φώταε ακόμα ίσια που να βλέπει

που να μη μιλεί

να λιώσει.

Το δαχτυλίδι άφαντο.

Δυό ελληνιστικά εικοσιτεράωρα

τα τελευταία του Αμύντα

λίγα κτερίσματα όχι σπάνια

και κάτι κρύσταλοι ουρικού οξέος

μια φιάλη, υπογραφή Δομέτιος·





















δε λέγεται η λύπη των αξίνων…



Ω ποίηση κεραμουργία με φωνήεντα

έφευγες σφαίρα στον αυτοκινητόδρομο

πιό πολύ αιώρα ή Σέριφος

αντίπερα τα χάη κι εγώ το σείστρο.


Έκτωρ Κακναβάτος - Ποιήματα 1943-1987 / ΑΓΡΑ