Σάββατο, 29 Αυγούστου 2009

Μπαίνουν τα δέντρα απ' τα παράθυρα...




Mεγάλο φως

Μπαίνουν τα δέντρα απ' τα παράθυρα· γεμίζουν φύλλα τα τραπέζια
δυο πολυθρόνες, το κρεβάτι, δε μένει διόλου χώρος
για μιά δική σου πράξη ή κίνηση. Όλα είναι ξένα. θα πρέπει
να κρατηθείς απ' τους ήχους της θάλασσας, απ' τις φωνές
των τρυγητών, του οπωροπώλη, των κολυμβυτών. Οι ρήτορες
κατέβηκαν απ' την εξέδρα. Οι μουσικοί σκόρπισαν. Δε μένει
πάρεξ ένα χρυσό σπαθί μπηγμένο στο ταμπούρλο.

Γιάννης Ρίτσος, Αντικαταστάσεις


Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

σου έφερα ένα ΔΕΝΤΡΟ...


Κοιτούσα κάτω, γυμνές, αιχμηρές βουνοκορφές,
σκεφτόμουν, πως είναι να μην υπάρχει πράσινο φύλλο...

Έχεις αποφύγει όλο τούτο, έλεγα,
μα πως θα είναι ν' αντικρίζεις
ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ,
τα λόγια του ποιητή βούιζαν μεσ' τ' αυτιά μου...


«Μάτια που δεν μπορώ ν' αντικρύσω στα όνειρα
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Αυτά δεν φανερώνονται:
Εκεί, τα μάτια είναι
Ήλιος σε σπασμένη στήλη
Εκεί, ένα δέντρο σειέται
Και οι φωνές είναι
Στου ανέμου το τραγούδισμα
Πιο απόμακρες πιο επίσημες
Από τ' άστρο που σβήνει.

Ας μην έρθω κοντύτερα
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Κι ας φορέσω ακόμη
Τέτοια μελετημένα μασκαρέματα
Ποντικού τομάρι, κόρακα πετσί, σταυρωτά ραβδιά
Σ' ένα χωράφι
Κάνοντας όπως κάνει ο άνεμος
Όχι κοντύτερα –

Όχι το τελευταίο τούτο συναπάντημα
Στη δειλινή βασιλεία

Τούτη είναι η πεθαμένη χώρα
Τούτη είναι του κάκτου η χώρα
... »

Τ.S. Eliot


Η προσγείωση ήταν απότομη...
έκλεισαν τ' αυτιά μου, μήπως για να μην ακούω...

Μεσημέρι Τρίτης, ξύπνησα απ' τον εφιάλτη...

- Η μάνα, «έφυγε», έκανα να κουνήσω, ζω σε όνειρο σκέφτηκα...

- Δικά σας είναι, έλεγε...
αν ποτέ δεν τα καταφέρετε η γη θα μπορεί...

Μάνα, εδώ είναι ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ...





Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν...



Γυμνοπαιδία A΄. Σαντορίνη

Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ' όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.

Bρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τ' αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.
Eδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας
τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος
της αδικίας.

Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη
αγάπη
στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,
δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης
στην ωμοπλάτη·
στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει
στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας
βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.

Bωμοί γκρεμισμένοι
κι οι φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.

Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
που άγγιξε τον ορίζοντα.
Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο
και στέγνωσε η αγάπη
μέσα σε τρύπιες ψυχές·
όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
κύκλο τα πόδια θερισμένα
κύκλο τα χέρια πεθαμένα
κύκλο τα μάτια σκοτεινά·
όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
το θάνατο που γύρευες δικό σου,
ακούγοντας μια κραυγή
ακόμη και του λύκου την κραυγή,
το δίκιο σου·
άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε απ' τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.


Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα



Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

Ιδού εγώ καταντικρύ...



ΤΑ ΠΑΘΗ


Ιδού εγώ λοιπόν
ο πλασμένος για τις Κόρες και τα νησιά του Αιγαίου·
ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών
και μύστης των φύλλων της ελιάς·
ο ηλιοπότης και ακριδοκτόνος.
Ιδού εγώ καταντικρύ
του μελανού φορέματος των αποφασισμένων
και της άδειας των ετών, που τα τέκνα της άμβλωσε,
γαστέρας το άγγρισμα!
Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, να σε, στα Στενά!
Στα Στενά τα χέρια μου άδειασα
κι άλλα πλούτη δεν είδα, κι άλλα πλούτη δεν άκουσα
παρά βρύσες κρύες να τρέχουν
Ρόδια ή Ζέφυρο ή Φιλιά.
Ο καθείς και τα όπλα του είπα:
Στα στενά τα ρόδια μου θ' ανοίξω
Στα Στενά φρουρούς τους ζέφυρους θα στήσω
τα φιλιά τα παλιά θ' απολύσω που η λαχτάρα μου άγιασε!

Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου η Μοίρα!


Οδυσσέας Ελύτης, από «ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ»