Τρίτη, 09 Φεβρουαρίου 2010

Η παλάμη σου ανοίγει...



ΧΑΜΟΓΕΛΑ


Από το χαμόγελό σου πετάξανε

δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.

Το χαμόγελό σου το κρατάς

όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.


Μια ανεμώνη τινάχτηκε 

μέσα στην αγκαλιά μου

πίσω απ' τα παραθυρόφυλλα γελάει μια αχτίδα.

Η θάλασσα αναμοχλεύει τ' άσπρα της χαλίκια

όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.


Δυο κόκκινες χάντρες κύλησαν

από μιας κοπελιάς το λαιμό.

Οι λυγαριές αναστενάζουν μες τη ρεματιά

χορεύουμε, η μουσική μας είναι η σελήνη

όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.


Όταν μεθάει το κρασί

το πίνω μες τα χείλη σου

ο ήλιος σηκώνεται προτού ξυπνήσει το φιλί.

Η παλάμη σου ανοίγει όταν σκάει το σύκο

όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.


Από το χαμόγελό σου πετάξανε

δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.

Το χαμόγελό σου το κρατάς

όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.



Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα, Ίκαρος





Κυριακή, 07 Φεβρουαρίου 2010

«σαν άστρο δροσερό»




μ' όλη την τρυφερότητα των στίχων
και την ορμή του ΑΝΕΜΟΥ
που στροβιλίζει τη βροχούλα...


Τετάρτη, 03 Φεβρουαρίου 2010

δε μασουρίζει ο άδραχτος και το θρομύλι εράη...


Φθόγγοι άγνωστοι τρυφερότητος, ανθρωποπαθείας ψυχικής θρύψεως, 

εξέρχονται της ευκελάδου και ροδοστεφούς του λύρας. 

Η Ελλάς τας οχληράς αυτής αναμνήσεις αποθέτουσα 

και εις επιθυμίας νέας αφεμένη ενωτίζεται τους φθόγγους 

εκείνους καθάπερ νεανίς ερωτόληπτος. 

Και σαν πιστό σκυλί η γη αναζητά την γλώσσα της. 

Από το «γόνους φθόγγων και χρησμών φύτρα χρυσά», 

έως το «αληθείης ευκυκλέος ατρεμές ήτορ» 

δεν εμεσολάβησε ούτε μια μόνο ανάσα.


Στην λιακάδα των λέξεων άλλοι γυμνώνονται 

και άλλοι παραμένουν διπλωκουμπομένοι 

κάτω από βαρείς μουσαμάδες. 

Η θερμοκρασία μπορεί να μετριέται με αριθμούς, 

η ευαισθησία όμως με τις άπειρες και ανεξακρίβωτες 

υποδιαιρέσεις του θυμικού. Η λέξη χαμός 

είναι ευτυχέστερη από την λέξη θάνατος. 

Στην πρώτη περίπτωση, το γεγονός τελεί υπό αίρεσιν. 

Στην δεύτερην όχι. Μπορώ να πω με σιγουριά 

ότι ένα ρολόι θα μ' ενδιέφερε περισσότερο εάν αντί να λέει την ώρα 

ευωδίαζε τριαντάφυλλο· 

όπως μια χώρα ή μια τοποθεσία θα με γοήτευε 

περισσότερο εάν λεγόταν Άθως αντί Βεστφαλία. 

Υπό την προϋπόθεση ότι δεν τυγχάνω Γερμανός.


Ένας όρθιος άνεμος με το που ανοίγεις

 το εξώφυλλο του βιβλίου που κρατείς και που το λένε 

«Αποκάλυψις» χτυπάει πάνω σου, σ' αναρπάζει, 

δαγκώνει τα ρούχα σου, έτσι πεινασμένος που μοιάζει να 'ναι, 

έτοιμος ν' απαγγείλει το προσκλητήριο 

των εν πάση τη Ελλάδι θεομηνιοπλήκτων. 

Και αναφέρομαι στις κοσμογονικές αναταραχές

 που έπληξαν την ανθρωπότητα στην αρχή του εικοστού αιώνα. 

Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη γνωρίζει τι του μέλλεται, 

των ημερολογίων άλλωστε τα στοιχεία δίδονται 

κατά τις ορέξεις της στιγμής και τις ανάγκες. 


(Οδυσσέας Ελύτης, «Ο κήπος με τις αυταπάτες»)




Τώρα πως εγώ μεταπήδησα από τούτο το λόγο του Ελύτη

στην υφαντική?


Ίσως η διαπλοκή των φθόγγων να μοιάζει

μ' εκείνη της ύφανσης, τρυφεροί είναι...



βουτηγμένη σε μιτάρια, τα χέρια σου ακόμα βλέπω...



από τις φούχτες μου νερό να σας κερνώ...




χρωματιστά στημόνια, χρωματιστά υφάδια



τρυφερά ποιήματα...


Καρό υφάνσεις επεκτείνονται 

σ' ασπρόμαυρες χουχουλιάρικες τρυφερότητες...




Η μικρανυφαντού


Κοπελοπούλα διάζεται τση προύκας τα χιράμια.

Βάζει στημόνι πράσινον και φάδι

ριζαρένιο και κίτρινο βελεσερό βάφει τα

κούμαρα ντως. Τη νύχτα το περαματεί,

τη μέρα το ξυφαίνει και πρίχου ο γκάρδιος

κρεμαστεί, καινούργια βάνει απάνω.


Η μάνα τζη λιγοψυχά, βιάζει τη

να ’ ποφάνει, να τήνε δώσει του άρχοντα

που τη συχνογυρεύγει.


Μ’ άρχοντας είναι γεροντής

και παρακαιρισμένος κι η κόρη αλλού

έχει την καρδιά και τη φιλιά δοσμένη

και βρίσκει χίλιες αφορμές τση μάνας τση,

και λέει,


όϊ, στσί πήχες ήσφαλε, στο μέτρημα γελάστη,

τ’ όργο δεν ήτονε σωστό και λείφτηκε ντουράδες,

δε μασουρίζει ο άδραχτος και το θρομύλι εράη,

ο κλέφτης δεν περαματεί, τ’ αντί κακογυρίζει,

κι οι νιοί συχνοδιαβαίνουνε κι αλικοντίζουνέ ντη.


-Κι ήντα κοντό μού ζήλεψε ο άρχος και με θέλει,

πού’ μαι άπραγη κι ακάτεχη και τάξη δε νογούμαι,

κι άγουρη σαν το πωρικό, σαν το στιφό κυδώνι;


Να πάρει μιαν αρχόντισσα στο σόϊ να του μοιάζει,

στα έχει να΄ναι ταιργιαχτοί, στα χρόνια σογκαιρίτες,

να σογεράσουνε κι οι δυό, στερνά καλά να δούνε.


Πάλι κι αν είν’ του ριζικού γυναίκα

να με πάρει και να με κάμει αρχόντισσα,

δαμάκι ας ανημένει.


Πρώτα να φάνω τα προυκιά, να τα ορφοπλουμίσω,

ντουζίνες τα πετσετικά, τσι μπόλιες με την πήχυ,

τση πατητές ασήκωτες, κασέλες τα χιράμια,

και τα παπλοσκεπάσματα στίβα τσι δωδεκάδες.


Να βάλω και την υστεργιά του πάστου τα σεντόνια.

Με μαντινάδες να διαστώ, με λύρες να τα φάνω,

και με τσ ’ αγάπης το σκοπό να τα γοργοκεντήσω.


Να κάμω ξόμπλι πέρδικα που τη βαστά γεράκι,

να γράψω κι αποκατωθιό κόκκινο τ ’ όνομά μου,

να μοιάζουν τα ψηφία ντου με τση καρδιάς το αίμα.


Να ποπεράσει κι ο καιρός να πιάσω τα δεκάξε,

να μεγαλώσουν τα κουρλιά κι ο κόρφος να γεμίσει,

να κάμω λυγερό κορμί, να σύρω μπόϊ ακόμη,

για να ταιργιάζω τ’ άρχοντα, γιατί κοντή του πέφτω.



Το ποίημα βρίσκεται στην ποιητική συλλογή 

«Τα Δίφορα» του Κωστή Φραγκούλη


*

Ναι, τόσο τρυφερά λέγονται, αλλά τι είναι η υφαντική?

λίγα λόγια, εδώ,

Της Δασκάλας μου!!!!!!!!


Δευτέρα, 01 Φεβρουαρίου 2010

Και τότε θα 'ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων...


Με την πατρίδα τους δεμένη στά πανιά και 

τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα

Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά 

μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια

Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα

Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια

 Κι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε 

πιό πολύ από δυό στήθια κοριτσιού που σαλεύουν

Μόνο ν' ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκλησιών 

με το μεράκι του αποσπερίτη

Να κυματίσουνε τα πουλιά στης λησμονιάς τα κατάρτια

Με της καινούργιας περπατησιάς το στεθερό άσπρο φύσημα

Και τότε θα 'ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε

άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι

Μες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών 

μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες

Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα 

κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων

Όταν ο θερισμός ετοιμάστηκε κι άρχισαν 

οι ελπίδες των γρύλων.


Νίκος Γκάτσος, απόσπασμα από «Αμοργός»


Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

περ' απ' την ομορφιά των τοπίων...


ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΑΤΙΩΝ


Τα μάτια αγαπούν

ν' αφοσιώνονται 

σ' έλαχιστες πτυχές

του ορατού κόσμου

ενώ μέσα το εργαστήρι

ερμηνεύει τις εικόνες

σε αγγέλους

ή σ' αποχαιρετιστήριες

κάρτες με πεύκα.


Ταξιδεύουν τα μάτια

βιδωμένα στο σώμα

η ταχύτητα του τα προσπερνάει

αντιστέκονται λίγο

μα ύστερα ακολουθούν

και κοιτάν άλλα καινούργια

ώσπου να πειστεί

σιγά σιγά το ποίημα

και να περιστάνει το νέο πρόσωπο.


Γερνώντας τα μάτια

ξεχνιούνται σ' ένα σύννεφο

σ' ένα κομμάτι νερό

π' αστραποβολάει

και τα πάει 

περ' απ' την ομορφιά των τοπίων

και τις καφετιές πεδιάδες

της κόρης του ματιού σου

σε τόπο

όπου ο οφθαλμός είναι ο κόσμος

βλέπει και βλέπεται

κι είναι σαν της αράχνης τον ιστό

σκαλωμένος στου κρανίου

την εσώτατη οροφή.


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ



Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

...

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

πινελιές, σαντιγί...


Ομπρέλα να στέκεις
στους καιρούς

~~~

Ποίηση!

πινελιές, σαντιγί
στα χείλη του τοίχου μου
προσθέτεις