Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Καλοκαίριασε, πολύ…




















Ανάμεικτες σκέψεις, κοιτάζω τα ρούχα που πρέπει ν' αλλάξω 
να κρύψω να βολέψω, δεν βολεύονται, ούτε εγώ…

Στέκομαι μπροστά στο κτίριο, ψηλό επιβλητικό, Ιστορία αιώνων
σταθερή κολόνα…Ναι, απ' αυτές που κρατούν τα κτίρια…
Μπερδεύω τις σκέψεις μου, δεν θέλουν να μπουν σε σειρά,
ποια σειρά; υπάρχει;
Έρχεται εκείνη η θηλιά και με πνίγει… δύο παιδιά στο δρόμο,
μη ζητάς τα δικαιώματα της μητέρας, υπάρχουν πολλές μητέρες,
μόνες, όπως και πολλά παιδιά, και ξέρεις που βρίσκονται…
Κάνω πολλές στροφές τελευταία, κύρια γυρίζω προς τα μέσα…
σαν σπαθί… Άγιος ο έρωτας… ΝΤΡΟΠΗ και ευλογία…
δεν είναι για συναλλαγή ψυχή μου…
Λέει, 4, 3, 2, 1… με τον νόμο των πιθανοτήτων, όχι τώρα…
σκέφτομαι… διαβάζω τον αγαπημένο μου ποιητή…

«Ἄξαφνα περπατοῦσα καὶ δὲν περπατοῦσα
κοίταζα τὰ πετούμενα πουλιά, κι εἴταν μαρμαρωμένα
κοίταζα τὸν αἰθέρα τ᾿ οὐρανοῦ, κι εἴτανε θαμπωμένος
κοίταζα τὰ κορμιὰ ποὺ πολεμοῦσαν, κι εἶχαν μείνει
κι᾿ ἀνάμεσό τους ἕνα πρόσωπο τὸ φῶς ν᾿ ἀνηφορίζει.                   
Τὰ μαλλιὰ μαῦρα χύνουνταν στὴν τραχηλιά, τὰ φρύδια
εἴχανε τὸ φτερούγισμα τῆς χελιδόνας, τὰ ρουθούνια
καμαρωτὰ πάνω ἀπ᾿ τὰ χείλια, καὶ τὸ σῶμα
ἔβγαινε ἀπὸ τὸ χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο
μὲ τ᾿ ἄγουρα βυζιὰ τῆς ὁδηγήτρας,                                                         
χορὸς ἀκίνητος.
Κι ἐγὼ χαμήλωσα τὰ μάτια μου τριγύρω:
κορίτσια ζύμωναν, καὶ ζύμη δὲν ἀγγίζαν
γυναῖκες γνέθανε, τ᾿ ἀδράχτια δὲ γυρίζαν
ἀρνιὰ ποτίζουνταν, κι ἡ γλώσσα τους στεκόταν                              
πάνω ἀπὸ πράσινα νερὰ ποὺ ἔμοιαζαν κοιμισμένα
κι ὁ ζευγᾶς ἔμενε μ᾿ ἀνάερη τὴ βουκέντρα.
Καὶ ξανακοίταξα τὸ σῶμα ἐκεῖνο ν᾿ ἀνεβαίνει·
εἴχανε μαζευτεῖ πολλοί, μερμήγκια,
καὶ τὴ χτυποῦσαν μὲ κοντάρια καὶ δὲν τὴ λαβῶναν.                     
Τώρα ἡ κοιλιά της ἔλαμπε σὰν τὸ φεγγάρι
καὶ πίστευα πὼς ὁ οὐρανὸς ἦταν ἡ μήτρα
ποὺ τὴν ἐγέννησε καὶ τὴν ξανάπαιρνε, μάνα καὶ βρέφος.
Τὰ πόδια της μείναν ἀκόμη μαρμαρένια
καὶ χάθηκαν· μιὰ ἀνάληψη.
                            Ὁ κόσμος                                                                                    
ξαναγινόταν ὅπως ἦταν, ὁ δικός μας
μὲ τὸν καιρὸ καὶ μὲ τὸ χῶμα.
                        Ἀρώματα ἀπὸ σκίνο
πῆραν νὰ ξεκινήσουν στὶς παλιὲς πλαγιὲς τῆς μνήμης
κόρφοι μέσα στὰ φύλλα, χείλια ὑγρά·
κι᾿ ὅλα στεγνῶσαν μονομιᾶς στὴν πλατωσιὰ τοῦ κάμπου          
στῆς πέτρας τὴν ἀπόγνωση στὴ δύναμη τὴ φαγωμένη
στὸν ἄδειο τόπο μὲ τὸ λιγοστὸ χορτάρι καὶ τ᾿ ἀγκάθια
ὅπου γλιστροῦσε ξέγνοιαστο ἕνα φίδι,
ὅπου ξοδεύουνε πολὺ καιρὸ γιὰ νὰ πεθάνουν.»
Γ. Σεφέρης


6 σχόλια:

Roadartist είπε...

Δύσκολες εποχές. Κυριαρχεί μια λυπημένη σιωπή. Ακόμη και ο ήλιος φαίνεται αδύναμος να βοηθήσει τον 'καιρό' να αλλάξει.

genna είπε...

@ Roadartist

Αίσχος και ντροπή,
αυτό κυριαρχεί, κορίτσι...

melian είπε...

μ'αρεσει να γραφεις εσυ...κι ας ειναι για το αισχος που νιωθεις.

τι να πει και ο Σεφερης ; όλο τον κόσμο γύρισε, η Ελλάδα του άνοιγε πληγες.

να φυλάς και να προσεχεις τον ευατό σου. μπρος-πισω αυτον εχουμε.
κεφαλαιο και περιουσια

genna είπε...

ευχαριστώ, Μελισσάκι μου...

ναι, αυτόν έχουμε...
κεφάλαιο και περιουσία... :) :)

Μηθυμναίος είπε...

Έτσι μας κατάντησαν, Τζεννάκι, δυστυχώς να μη βολευόμαστε… όπως «τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό», όπως «οι πέτρες δε βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τα ξένα βήματα», όπως «τα πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στον ήλιο», όπως «οι καρδιὲς δε βολεύονται παρὰ μόνο στο δίκιο».

genna είπε...

δεν είμαστε άμοιροι της καντάντιας Στράτο μου, δυστυχώς...

Καλή σου μέρα!

:) :)