ΚΑΠΟΤΕ ΔΕΝ
είναι παρά μιά λάμψη πίσω απ' τα βουνά -- κει κατά το μέρος του πελάγου. Κάποτε πάλι ένας αέρα δυνατός που άξαφνα σταματάει όξω απ' τα λιμάνια. Κι όσοι νογούν, το μάτι τους βουρκώνει
Χρυσέ ζωής αέρα γιατί δεν φτάνεις ως εμάς;
Κανένας δεν ακούει, κανένας. Όλοι τους πάνε κρατώντας ένα εικόνισμα και πάνω του η φωτιά. Κι ούτε μια μέρα, μια στιγμή στον τόπο αυτόν που να μη γίνεται το άδικο και φονικό κανένα
Γιατί δεν φτάνεις ως εμάς;
Είπα θα φύγω. Τώρα, Μ' ό,τι να 'ναι: το σάκο μου τον ταξιδιωτικό στον ώμο· στην τσέπη μου έναν Οδηγό· τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα μου θα πάω να βρω ποιός είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν, και περισσεύει το άδικο
Χρυσέ ζωής αέρα...
Ο. Ελύτης - Ο Μικρός Ναυτίλος